Της ΕΟΚΑ Β΄, προηγήθηκε η ίδρυση, τον Μάρτιο του 1969, του Εθνικού Μετώπου, που μπορεί να θεωρηθεί ως το πρόπλασμά της και η δράση του αποτέλεσε την πρώτη σοβαρής μορφής εμφάνιση εσωτερικής ανωμαλίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ίδρυση του Εθνικού Μετώπου σχετίζεται άμεσα με την προσπάθεια της ελληνικής χούντας, με την οποία οι σχέσεις του Μακαρίου δεν υπήρξαν ποτέ καλές, να ελέγξει την κατάσταση στην Κύπρο και να εξουδετερώσει τον Μακάριο, που τον θεωρούσε μεγάλο εμπόδιο στις προσπάθειές της να εξεύρει μια συμβιβαστική διχοτομική λύση με την Τουρκία. Οπωσδήποτε, οι σχέσεις του Μακαρίου με την ελληνική χούντα επιδεινώθηκαν μετά την απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Αλέξανδρο Παναγούλη και τη βοήθεια που έτυχε αυτός στην Κύπρο.
Στις 8 Μαρτίου 1970, έγινε απόπειρα κατά της ζωής του Μακαρίου, όταν πλήγηκε το προεδρικό ελικόπτερο. Ο Μακάριος σώθηκε ως εκ θαύματος και τραυματίστηκε βαριά ο χειριστής του ελικοπτέρου επισμηναγός Ζαχαρίας Παπαδογιάννης, Ελλαδίτης αξιωματικός. Πίσω από την ομάδα που έριψαν τις σφαίρες κατά του ελικοπτέρου, κρυβόταν ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, ο οποίος, μετά την απομάκρυνσή του στις 1/11/1968 από τη θέση του υπουργού Εσωτερικών και Αμύνης, μετατράπηκε σε πολέμιό του Μακαρίου. Δημιούργησε στενές διασυνδέσεις με τη χούντα και, ειδικότερα, με υψηλόβαθμους αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς, όπως τον συνταγματάρχη Παπαποστόλου, αλλά και με τον σταθμάρχη της CIA στην Κύπρο Eric Neff. Στον Γιωρκάτζη παρέμεινα αφοσιωμένα αρκετά μέλη του σώματος της Αστυνομικής Δύναμης, που ο ίδιος διόρισε και τοποθέτησε σε νευραλγικές θέσεις. Ένα μεγάλο μέρος από αυτά, διάβρωσαν το σώμα με την προσχώρησή τους στο Εθνικό Μέτωπο και την ΕΟΚΑ Β΄. Αφοσιωμένοι στον Γιωρκάτζη ήταν και μερικοί βουλευτές του Ενιαίου Κόμματος, όπως ο Παναγιώτης Δημητρίου και ο Ανδρέας Νεοκλέους, που διετέλεσαν, αργότερα, μέλη της πραξικοπηματικής κυβέρνησης του Νίκου Σαμψών, παρά το ότι το κόμμα και ο ηγέτης του Γλαύκος Κληρίδης ήταν υποστηρικτές του Μακαρίου. Ο Γλαύκος Κληρίδης ήταν πάντα προσηλωμένος σε λύση που θα προέκυπτε από τις ενδοκυπριακές συνομιλίες και, συνεπώς, αντίθετος στους στόχους και της μεθόδους της ΕΟΚΑ Β΄, όταν αυτή εμφανίστηκε. Επίσης, ο Νίκος Σαμψών, παρά το ότι εκλέγηκε βουλευτής με την προσκείμενη στον Μακάριο Προοδευτική Παράταξη, από το 1973 ανεξαρτητοποιήθηκε και ασκούσε αντιπολίτευση.
Όταν το σχέδιο φυσικής εξόντωσης του Μακαρίου απέτυχε, ο Γιωρκάτζης βρήκε τραγικό τέλος, Σε συνάντηση που είχε στις 14/3/1970, με δυο συνεργάτες του, ένας από τους οποίους ήταν ο Παπαποστόλου, για να συζητήσουν, τάχα, την κατάστρωση νέου σχεδίου ανατροπής του Μακαρίου, αυτοί τον εκτέλεσαν. Τους ήταν, πλέον, άχρηστος, αλλά και επικίνδυνος. (Σπύρος Παπαγεωργίου, Από την Ζυρίχη εις τον Αττίλαν. Τόμος Γ΄, σσ. 225-233. Christopher Hitchens, Cyprus, σσ. 70, 71).)
Οι σχέσεις του Παπαδόπουλου με τον Μακάριο βρίσκονταν σε τεντωμένο σκοινί όταν Γρίβας ήλθε κρυφά στην Κύπρο στις 31/8/1971, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, πιθανότατα με την ανοχή της χούντας. Όπως αναφέρει ο Σπύρος Παπαγεωργίου, τη μυστική κάθοδό του στην Κύπρο ο Γρίβας σχεδίαζε από το 1970. Άρχισαν από τότε οι σχετικές προετοιμασίες με τη συλλογή όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών υλών, κατασκευή κρησφύγετων και μύηση μελών. (Σπύρος Παπαγεωργίου, Από την Ζυρίχην εις τον Αττίλαν, Τόμος Γ΄, σ. 264).
Ο Γρίβας, φθάνοντας στην Κύπρο, ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄, που επιδόθηκε σε τρομοκρατικές ενέργειες κατά του κράτους. Ένα μέσο για να επιτύχει τον στόχο της ήταν η κατάληψη και ανατίναξη αστυνομικών σταθμών. Ένα άλλο μέσο ήταν η κατατρομοκράτηση κρατικών αξιωματούχων, αλλά και απλών πολιτών που ήταν νομιμόφρονες, με την πρόκληση ζημιών και καταστροφών στις περιουσίες τους και με άλλες βίαιες ενέργειες, όπως ξυλοδαρμούς, ακόμη και εκτελέσεις. Σε μερικές περιπτώσεις οι άνδρες της οργάνωσης είχαν συνεργούς και κρατικά όργανα, που ήταν μυημένα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της κατάληψης αστυνομικού σταθμού στη Λεμεσό τον Μάρτιο του 1973. Ο σταθμάρχης Ευάγγελος Χριστοφή, μέλος της ΕΟΚΑ Β΄ και παλαιό στέλεχος του Εθνικού Μετώπου, παράδωσε στους επιδρομείς ολόκληρο τον οπλισμό του σταθμού και αποχώρησε μαζί τους.
Η υπονομευτική δράση της οργάνωσης αυτής υποθαλπόταν από την Αθήνα. Η ΕΟΚΑ Β΄ βρισκόταν σε στενή επαφή και συνεργασία με αξιωματικούς και στελέχη της Κυπριακής Εθνικής Φρουράς.
Όταν άρχισε να δρα η ΕΟΚΑ Β΄, ο Μακάριος θέλησε να εξοπλίσει ένα δικό του ένοπλο επικουρικό αστυνομικό σώμα με όπλα από τη Τσεχοσλοβακία, η οποία ανήκε τότε στο σοβιετικό μπλοκ. Η ενέργεια αυτή του Μακαρίου, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της χούντας των Αθηνών. Σχετική είναι η Διακοίνωση που του απέστειλε ο υφυπουργός Εξωτερικών Χρ. Ξανθόπουλος Παλαμάς στις 11/2/1972. Παράλληλα, ο πρέσβης της Ελλάδας Κ. Παναγιωτάκος διαβίβασε προφορικά μήνυμα της Ελληνικής Κυβέρνησης προς τον Μακάριο και τον Γρίβα με το οποίο καλούσε αμφοτέρους να αποσυρθούν εκουσίως «εκ του πολιτικού προσκηνίου» για «την εκτόνωσιν των παθών». (Σπύρος Παπαγεωργίου, Από την Ζυρίχην εις τον Αττίλαν, Τόμος Γ΄, σ. 277). Τελικά, Μακάριος δέχθηκε να παραδώσει τα επίμαχα όπλα στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ για να αποθηκευτούν.
Εκείνες τις ημέρες, έφταναν πληροφορίες, από την Αθήνα και την Άγκυρα, που συνέκλιναν στο ότι Ελλάδα και Τουρκία ήταν κοντά στην εξεύρεση μιας «δυναμικής» λύσης στην Κύπρο, που, στην ουσία, θα επέβαλλε τη διπλή ένωση. Προς τούτο, θα έπρεπε «να φύγει από τη μέση» ο Μακάριος. Την εκτίμηση αυτή έκαναν και οι πρεσβείες των ΗΠΑ σε Λευκωσία και Αθήνα σε τηλεγραφήματά τους ημερομηνίας 12 και 11 Φεβρουαρίου 1972, αντίστοιχα. Ο Μακάριος πληροφορήθηκε ότι σχεδιαζόταν από τη χούντα βίαιη ανατροπή του και ζήτησε την αμερικανική παρέμβαση. Μετά από αυστηρή προειδοποίηση του Προέδρου των ΗΠΑ στον Παπαδόπουλο, μέσω του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα, το πραξικόπημα αποφεύχθηκε. (Νίκος Χρ. Χαραλάμπους, Ο Κατήφορος, σ. 204. Αλέξης Παπαχελάς, Ένα Σκοτεινό Δωμάτιο,1967-1974, σσ.138, 141-143).
Σημειώνεται ότι και παλαιότερα, πριν από το χουντικό καθεστώς, πρόθεση της κυπριακής κυβέρνησης να δημιουργήσει ένα επικουρικό αστυνομικό σώμα, κατάλληλα εξοπλισμένο, συνάντησε την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης και του Γρίβα, τότε Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς.
Τον Ιανουάριο του 1973, λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές και αφού ο Μακάριος αρνήθηκε να αποδεχθεί αξίωση του Γρίβα να παραιτηθεί, ο τελευταίος κατάρτησε το σχέδιο «Βροντή» για να τρομοκρατήσει τα όργανα του κράτους και να αναγκάσει τον Μακάριο να παραιτηθεί και να μη υποβάλει υποψηφιότητα. Όταν το σχέδιο δεν έφερε τον επιδιωχθέντα στόχο του, ο Γρίβας άρχισε να σκέφτεται την ανατροπή του Μακαρίου με πραξικόπημα. Προς τούτο, καταρτίστηκε το σχέδιο «Απόλλων». Βρέθηκε μισοκαμένο, ανάμεσα σε άλλα έγγραφα του τομεάρχη Λεμεσού Σταύρου - Σταύρου Σύρου, όταν αυτός συνελήφθη στις 9/8/1973. Το σχέδιο, που πρόβλεπε ότι το πραξικόπημα θα εκδηλωνόταν όχι αργότερα από τις 20/7/1973, δεν υλοποιήθηκε. Πιθανός λόγος, η μη εξασφάλιση της έγκρισης της ελληνικής κυβέρνησης την οποία ο Γρίβας επεδίωξε.
Η αντιμετώπιση της παράνομης δράσης της ΕΟΚΑ Β΄ από την Αστυνομική Δύναμη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε διαβρωθεί, δεν ήταν αποτελεσματική. Τότε, ο Μακάριος αποφάσισε στις 30/3/1973 τη δημιουργία ειδικού σώματος εντός της Αστυνομίας, που έμεινε γνωστό με το όνομα Εφεδρικό, επικεφαλής του οποίου διορίστηκε ο ταγματάρχης Παντελής Πανταζής, που αποσπάστηκε από την Εθνική Φρουρά. Μεταξύ των επιτυχιών του Εφεδρικού ήταν και η σύλληψη, ύστερα από μάχες, πέντε ανταρκτικών ομάδων. Επίσης, μεγάλη επιτυχία ήταν και η σύλληψη στη Λεμεσό στις 9/8/1973 του Σταύρου - Σταύρου Σύρου, ενός από τους δυο υπαρχηγούς της οργάνωσης.
Μετά τις προεδρικές εκλογές του 1973, στις οποίες απέσχε η λεγόμενη «ενωτική παράταξη», η ΕΣΕΑ (Επιτροπή Συντονισμού Κυπριακού Αγώνα), η πολιτική πτέρυγα της ΕΟΚΑ Β΄ που είχε ιδρυθεί το 1971 με εντολή του Γρίβα, προβληματισμένη από τις επιτυχίες των δυνάμεων ασφαλείας του κράτους (Αστυνομικής Δύναμης και Εφεδρικού Σώματος) κατά των τρομοκρατών της ΕΟΚΑ Β΄, εισηγήθηκε στον Γρίβα, στις 12/7/1973, την πολιτικοποίηση του ενωτικού αγώνα και τη μη συνέχισή του στο στρατιωτικό πεδίο. Στο δεύτερο, ο Γρίβας διαφώνησε. Αξίζει να αναφερθεί ότι πρόεδρος της ΕΣΕΑ ήταν ο Γεώργιος Βασιλειάδης, πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο Γεώργιος Βασιλειάδης ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη του ΑΚΕΛ κατά την ίδρυσή του στις 14/4/1941 στη Σκαρίνου. Πρωτοβουλία για πολιτικοποίηση του αγώνα της «ενωτικής παράταξης» ανέλαβε στα μέσα του Οκτωβρίου 1973 και ο Άδωνις Κύρου, γιος του ιδιοκτήτη της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, αλλά αυτή απέτυχε, λόγω της στάσης των σκληροπυρηνικών με επικεφαλής τον Σωκράτη Ηλιάδη. ((Γιάννης Κ. Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, Τα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία 1960 – 2023, σ. 356).
Η απαγωγή από την ΕΟΚΑ Β΄ του υπουργού Δικαιοσύνης Χρίστου Βάκη στις 27/7/1973, προκάλεσε την αντίδραση του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Με δήλωσή του στις 24/8/1973 καταδίκασε αυτή την ενέργεια, πράγμα που ανάγκασε τον Γρίβα να απελευθερώσει τον Βάκη. Στο κάλεσμα του Γ. Παπαδόπουλου να διαλύσει τις ένοπλες ομάδες του, ο Γρίβας στην απάντησή του ημερομηνίας 28/8/1973 του έγραφε: «Δεν πρόκειται περί ενόπλων ομάδων αλλά περί μιας πανεθνικής οργανώσεως η οποία αποτελείται από αγωνιστάς του θρύλου της ΕΟΚΑ, οίτινες αγωνίζονται και σήμερον δια τον ίδιο σκοπό δι’ ον ηγωνίζοντον και κατά το 1055 – 59 [...] Από την μίαν μεριάν είμεθα ημείς, η αληθινή Ελλάς και η ελευθέρα Κύπρος. Από την άλλην μεριάν οι ανθέλληνες και οι προδώσαντες την εθνικήν ιδέαν» (Νίκος Κρανιδιώτης, Ανοχύρωτη Πολιτεία, Τόμος 2, σσ. 274, 276).
Όπως προαναφέρθηκε, τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ προέβαιναν και σε δολοφονίες πολιτών που ανήκαν στο φιλοκυβερνητικό στρατόπεδο. Ενδεικτικά, αναφέρονται οι πιο κάτω περιπτώσεις προσώπων που δολοφονηθήκαν μέχρι τις παραμονές του πραξικοπήματος της 15/7/1974 : Δώρος Ποντίκης, Λεμεσός (7/3/1972), Γεώργιος Φωτίου, Λάρνακα (5/41973), Αντώνη Ανδρονίκου, Παρεκκλησιά (10/12/1973), Ευρυβιάδης Χαραλάμπους, Όμοδος (24/1/1974), Στέλιος Μαύρος, Πλάτρες (25/1/1974), Ανδρέας Μαραγκός, Έγκωμη Αμμοχώστου (15/6/1974), Ανδρέας Αρμεύτης, Λεμεσός (16/6/1974), Ανδρέας Έλληνας, Λεμεσός (17/6/1974) (Λ. 351, 352).
Όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στη βία των μελών της ΕΟΚΑ Β΄, αντέδρασαν εξίσου βίαια παρακρατικές φιλοκυβερνητικές ομάδες. Επίσης, από μέλη των κυβερνητικών σωμάτων ασφαλείας επιδείχθηκε σε μερικές περιπτώσεις υπέρμετρη βία σε βάρος μελών της ΕΟΚΑ Β΄ όταν συλλαμβάνονταν ή κρατούνταν ως υπόδικοι. Το θέμα των πράξεων βίας και αντιβίας απασχόλησε και τη Βουλή. Στη συνεδρία της ημερομηνίας 13/12/1973 κάλεσε τον Γρίβα «όπως καταδικάσει την βία ως μέσον πολιτικής επικρατήσεως και να διαλύσει την παράνομο οργάνωσίν του». Ταυτόχρονα, κάλεσε την κυβέρνηση να αφοπλίσει τους υποστηριχτές της και να ελέγχει τα όργανα του κράτους, ώστε να αποφεύγουν παράνομες ενέργειες που οδηγούσαν σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τη χούντα διηύθυνε, ουσιαστικά και από το παρασκήνιο, ο Δημήτριος Ιωαννίδης, διοικητής της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ). Η «νέα χούντα» που ανέλαβε την εξουσία στις 25/11/1973 και η οποία τελούσε υπό την «αόρατη» ηγεσία του Ιωαννίδη, από την αρχή υπέσκαπτε το καθεστώς Μακαρίου. Τα εχθρικά αισθήματα του Ιωαννίδη προς τον Μακάριο ανάγονται στο 1963, όταν ο πρώτος βρισκόταν στην Κύπρο.
Προς τούτο, στενές υπήρξαν οι διασυνδέσεις των Ελλαδιτών αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς με την ΕΟΚΑ Β΄ και σημαντική η βοήθεια που παρείχαν στα μέλη της. Η εκκλησιαστική κρίση στην Κύπρο, που προκάλεσαν οι τρεις μητροπολίτες, είχε υποκινηθεί από την ελληνική χούντα. Από την Αθήνα προερχόταν και η οικονομική ενίσχυσης της ΕΟΚΑ Β΄. Ο εφοπλιστής Ανδρέας Ποταμιάνος ήταν το άτομο που την απέστελλε και τη διαχειριζόταν στην Κύπρο ο Σωκράτης Ηλιάδης.
Στις 27/1/1974 απεβίωσε ο Γρίβας στο σπίτι που διέμενε στη Λεμεσό. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος ανέφερε: «Ο θάνατος του Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα - Διγενή συγκίνησε βαθύτατα τον Κυπριακό λαό. Ο Στρατηγός προσέφερε πολυτίμους υπηρεσίας εις την Κύπρο και εις ολόκληρον το έθνος». Για την τελευταία εγκληματική του δράση, αρκέστηκε - για λόγους αβρότητας - να αναφέρει ότι επρόκειτο για «πράξεις και ενεργείας εις τας οποίας παρεσύρθη». (Νίκος Κρανιδιώτης, Ανοχύρωτη Πολιτεία, Τόμος 2, σσ. 328 - 330). Τον νεκρό Γρίβα τίμησε και η Βουλή των Αντιπροσώπων. Με ψήφισμά της στις 31/1/1974 ανακήρυξε «τον εκλιπόντα ήρωα στρατηγόν Γεώργιον Γρίβα - Διγενήν ως άξιον τέκνον της ιδιαιτέρας αυτού πατρίδος Κύπρου». Να σημειωθεί ότι μια μέρα πριν από τον θάνατό του ο τότε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Γλαύκος Κληρίδης δήλωνε πως θα καλούσε την Βουλή να καταδικάσει τον Γρίβα ως κοινό δολοφόνο, αν αυτός δεν αποκήρυσσε τις δολοφονίες που η ΕΟΚΑ Β΄ είχε διαπράξει στις 24 και 25/1/1974. (Γλαύκος Κληρίδης, Η Κατάθεσή μου, Τόμος 3, σ. 286).
Μετά τον θάνατο του Γρίβα και τη σύντομη αρχηγία του Καρούσου, η ΕΟΚΑ Β΄ πέρασε εντελώς στα χέρια ανδρών που ήταν πειθήνια όργανα της ελληνικής χούντα και εκτελούσαν πρόθυμα τις εντολές της.
Ακολούθησε το πραξικόπημα που εκδηλώθηκε τη Δευτέρα 15 Ιουλίου1974 και ώρα 8.15 πρωινή. Το πραξικόπημα εκτελέστηκε από την Εθνική Φρουρά της οποίας στελέχη ήταν Ελλαδίτες αξιωματικοί που τελούσαν κάτω από τις διαταγές της χούντας των Αθηνών. Εμπνευστής του πραξικοπήματος ήταν ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτριος Ιωαννίδης. Το σχέδιο του πραξικοπήματος το επεξεργάστηκε ο ταξίαρχος Παύλος Παπαδάκης, διοικητής της ΕΛΔΥΚ. Υπεύθυνος στην Κύπρο για την εκτέλεση του πραξικοπήματος ήταν ο Γεωργίτσης. Το αίτιο δεν ήταν η γνωστή επιστολή του Μακαρίου προς τον Γκιζίκη. Ο Ιωαννίδης είχε προ πολλού πάρει τις αποφάσεις του για το πραξικόπημα και την ανατροπή του Μακαρίου.
Ο Σπύρος Παπαγεωργίου σε άρθρο του στην εφημερίδα Η Σημερινή αναφέρει ότι τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ αναμίχθηκαν στην τελευταία φάση του πραξικοπήματος, τελούντες, ουσιαστικά, κάτω από τις διαταγές του ΓΕΕΦ. (Σπύρος Παπαγεωργίου, Τα τανκς εξορμούν κατά του Μακαρίου, στην εφημερίδα Η Σημερινή, ημερ. 15/7/1988). Ο ισχυρισμός αυτός είναι ιστορικά ορθός. Είναι, όμως, εξίσου αληθές ότι είναι η ΕΟΚΑ Β΄ που, ενεργούσα με τη συνδρομή και καθοδήγηση της χούντας, δημιούργησε τις συνθήκες που επέτρεψαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Η ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης και η κατάληψη της εξουσίας ήταν και δικός της στόχος, άσχετα αν δεν το πέτυχε με τις δικές της δυνάμεις. Γι’ αυτό, μέλη και υποστηρικτές της πανηγύρισαν όταν επικράτησε το πραξικόπημα. Καταζητούμενοι και άλλα μέλη της παρουσιάστηκαν σε στρατόπεδα, όπου εφοδιάστηκαν με άφθονο οπλισμό και ρίχτηκαν σε μάχες εναντίον των αντιστασιακών. Αξίζει να αναφερθεί η ενέδρα που έστησαν οι άνδρες της ΕΟΚΑ Β΄ στο Κολόσσι σε ομάδα Παφίων που μετέβαιναν στη Λεμεσό για να ενισχύσουν την αντίσταση. Σκοτώθηκαν 7 και τραυματίστηκαν άλλοι 30 Πάφιοι. Σε πάμπολλες περιπτώσεις η ΕΟΚΑ Β΄ βαρύνεται για βάναυση κακοποίηση συλληφθέντων και, το χειρότερο, εν ψυχρώ δολοφονία αριθμού πολιτών, περί τους 9, ως την τουρκική εισβολή. (Γιάννης Κ. Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, Τα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία 1960 – 2023, σελίδες 482 - 483).
Οι δολοφονίες συνεχίστηκαν και μετά την τουρκική εισβολή. Το πιο στυγερό, από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν, ήταν αυτό της 30/8/1974 όταν έγινε απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της ΕΔΕΚ Βάσσου Λυσσαρίδη. Οι δολοφόνοι δεν πέτυχαν το στόχο τους. Όμως, οι σφαίρες τους σκότωσαν τον ποιητή Δώρο Λοΐζου, που οδηγούσε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο Λυσσαρίδης με τη σύζυγό του, και ένα ανύποπτο πολίτη, τον Χρυσήλιο Μαυρομμάτη. (Κώστας Βενιζέλος, Δώρος Λοΐζου – οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι). Ενδεικτικά, αναφέρονται και οι δολοφονίες του Δημοσθένη Γεωργίου στο Μέσα Χωριό Πάφου (8/9/1074) και του Ηλία Πηλαβά στη Λεμεσό, όπου είχε μεταφέρει με το λεωφορείο του πολίτες για να πάρουν μέρος στο συλλαλητήριο υπέρ της επιστροφής του Μακαρίου.
Καταληκτικά, τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄, με τις όλες ενέργειές τους πριν, κατά, και μετά το πραξικόπημα, αφού καπηλεύθηκαν την ενωτική ιδεολογία που δονούσε τις καρδιές των Ελλήνων της Κύπρου για πάνω από έν αιώνα, την αμαύρωσαν και κατέταξαν εαυτούς στην επαίσχυντη τάξη των εθνικών μειοδοτών.
Όμως, ο αρμόδιος για τις ποινικές διώξεις Γενικός Εισαγγελέας, βασιζόμενος, προφανώς, στον «κλάδο ελαίας» που έφερε με την επιστροφή του στην Κύπρο ο Μακάριος το Δεκέμβριο του 1974, δεν προέβη σε ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε από αυτούς και, κυρίως, εναντίον αυτών που μετείχαν στην πραξικοπηματική κυβέρνηση υπό την «προεδρία» του Νικολάου Σαμψών, με εξαίρεση τον τελευταίο, ο οποίος το 1976 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 ετών για τη συμμετοχή του στο πραξικόπημα. Τρία χρόνια αργότερα, μετέβη στη Γαλλία για ιατρική περίθαλψη, όπου και παρέμεινε ως το 1990. Στις 22 Μαρτίου 1992 του απονεμήθηκε χάρη από τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργο Βασιλείου. Πέθανε το 2001.
Έτσι, όλοι οι πιο πάνω εγκληματίες παραμένουν ανενόχλητοι και κυκλοφορούν με το μέτωπο ψηλά. Μερικοί από αυτούς καταξιώθηκαν πολιτικά και επαγγελματικά. Ένα ακόμη παράδειγμα που αναδεικνύει την Κύπρο ως χώρα των παραδοξοτήτων!
(Φιλελεύθερος, 20/7/2025)